Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Νοε 2011

Γιαγιά Παρτ IV: Dreamland

Έχω πολύ καιρό να γράψω για τη γιαγιά μου, ένα από τα αγαπημένα μου θέματα και αυτό που έκανε παγκοσμίως γνωστό το blog μου. Έτσι έχω φτάσει σήμερα να έχω επισκέψεις από χώρες όπως η Ιαπωνία, το Ιράν και η Λετονία και να απορώ πως μπορεί να βρέθηκε κάποιος από την Ιαπωνία στο blog μου. Οι κακοπροαίρετοι θα πείτε πως αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη γιαγιά μου και τέτοιες επισκέψεις είναι τυχαίες και μάλλον θα έχετε δίκιο, ΑΛΛΑ δικό μου είναι το blog και αν θέλω να το αποδώσω εκεί δεν μπορεί κανείς να με σταματήσει! Μετά από αυτή την άχρηστη εισαγωγή προχωράω στο θέμα...

Έχω πολύ καιρό λοιπόν να γράψω για τη γιαγιά και κάποιοι μπορεί να αναρωτηθήκατε γιατί. Ο λόγος είναι γιατί η γιαγιά εδώ και καιρό δε βρίσκεται πια μαζί μας. Πολλές φορές σκέφτηκα να γράψω για αυτήν αλλά απέφευγα να το κάνω. Δεν ήθελα να μπω στη διαδικασία να συνειδητοποιήσω τι συνέβη. Γενικότερα αντιμετωπίζω το θάνατο με άρνηση. Σα να μην έχει συμβεί ποτέ. Και κάποια στιγμή στο άσχετο μπορεί να με πάρουν τα ζουμιά. Επίσης, δεν ήθελα να γράψω κάτι θλιμμένο για τη γιαγιά. Και δε θα το κάνω ούτε τώρα. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Έτσι κι αλλιώς η γιαγιά πάντα με έκανε χαρούμενο. Να πω την αλήθεια κι εγώ τώρα το συνειδητοποιώ και μου φαίνεται απίστευτο αλλά δεν έχω ούτε μία άσχημη ανάμνηση από αυτήν. Η μοναδική φορά που στενοχωρήθηκα μαζί της είναι κωμικοτραγική.

Ήμουν παιδάκι, λοιπόν, κάπου στο δημοτικό και η γιαγιά με τον παππού είχαν έρθει να μείνουν μερικές μέρες μαζί μας. Ένα απόγευμα έλειπε η υπόλοιπη οικογένεια και είχαμε μείνει στο σπίτι εγώ και η γιαγιά και τα λέγαμε. Μες στην κουβέντα η γιαγιά μου έκανε μια ερώτηση για κάποιον/α που δε θυμάμαι. Δεν ήταν κάτι κακό απλά μια ερώτηση από περιέργεια. Εγώ με την παιδική μου αφέλεια ήθελα να αστειευτώ με τη γιαγιά που ήταν άνθρωπος με χιούμορ, αλλά σε καμία περίπτωση να την προσβάλω ή να τη στενοχωρήσω. Έτσι της είπα κάτι σε στυλ:
-"Γιατί κουτσομπολεύεις καλέ; Όλο κουτσομπολεύεις."
Η γιαγιά δεν απάντησε και μετά από λίγο πήγε κι έκατσε στο μπαλκόνι μαζί με τα σύνεργα για τα πετσετάκια. Ήταν για αρκετή ώρα έξω και παραξενεύτηκα που δεν ήρθε να κάτσει μαζί μου. Όταν γύρισε η μάνα μου με τον παππού με ρώτησε που είναι η γιαγιά και της είπα ότι είναι αρκετή ώρα στο μπαλκόνι και πλέκει. Πήγαν λοιπόν να δουν τι κάνει. Μετά από λίγο την άκουσα που κλαψούριζε σαν παιδάκι κάτι σε στυλ "με είπε κουτσομπόλα" και ένιωσα πολύ άσχημα. Πρώτος ήρθε μέσα ο παππούς.
-"Τι έπαθε η γιαγιά;" τον ρώτησα.
-"Τι να πάθει, άμα της μιλάς έτσι καλύτερα να φύγουμε", είπε και έφυγε από το δωμάτιο. 
Όταν μπήκε η μάνα μου με βρήκε να κλαίω κι εγώ.
-"Αχ τι έχω πάθει", είπε γελώντας, "έξω κλαίει η γιαγιά, μέσα κλαις εσύ."
-"Δεν θέλω να φύγουν", της είπα ανάμεσα στους λυγμούς. "Δεν ήθελα να τη στενοχωρήσω τη γιαγιά. Εγώ για αστείο της το είπα."
Μετά σαν καλός διαμεσολαβητής η μάνα μου βγήκε έξω να εξηγήσει στη γιαγιά. Σε λίγο επέστρεψαν μέσα μαζί. Εγώ ακόμη έκλαιγα. Η γιαγιά χαμογελαστή αλλά με κόκκινα μάτια με αγκάλιασε και μου έλεγε:
-"Δεν πειράζει, δε στενοχωρήθηκα."
-"Δε θέλω να φύγετε", συνέχιζα εγώ.
-"Δε θα φύγουμε", έλεγε η γιαγιά.
Στο τέλος βρεθήκαμε αγκαλιά οι δύο κλαμμένοι και οι υπόλοιποι γελούσαν με τα χάλια μας. Έτσι ήταν η γιαγιά. Ευαίσθητη και καλοπροαίρετη σαν παιδάκι.

Για να έρθω στα πιο πρόσφατα γεγονότα, η γιαγιά είχε παιδευτεί πολύ τον τελευταίο καιρό με την υγεία της. Μέχρι που δεν πήγαινε άλλο και έπρεπε να την πάμε στο νοσοκομείο. Θέλαμε να το αποφύγουμε γιατί η γιαγιά δεν τα μπορούσε όλα αυτά. Μια μέρα είχα πάει με τη μάνα μου να τη δω στο νοσοκομείο. Όταν την πλησίασα της είπε ο θείος μου ότι ήρθε ο Μάριος να σε δει, γιατί η όραση της γιαγιάς ήταν πλέον πολύ ασθενής. 
-"Ο φύλακας-άγγελός μου", έλεγε η γιαγιά κι εγώ της έπιανα το χέρι.
Είναι συγχρόνως συγκινητικό αλλά και αστείο αν το σκεφτείς που πίστευε κάτι τέτοιο γιατί η γιαγιά σπανίως μου ζητούσε κάτι, λες και θα με κούραζε. Μόνο να της βάζω νερό και να ξέρει ότι είμαι στο διπλανό δωμάτιο για να νιώθει ασφάλεια. Κατά τ' άλλα ήταν αυτάρκης μέχρι αηδίας.

Θυμάμαι μια μέρα, είχα πάρει ένα σκαμπό για να κάτσω κοντά στην πρίζα του τηλεφώνου που βρίσκεται στο διάδρομο του σπιτιού. Αφού τελείωσα πήγα στο δωμάτιό μου. Σε κάποια στιγμή άκουσα τη γιαγιά και θυμήθηκα ότι έχω αφήσει το σκαμπό στη μέση του διαδρόμου και δε θα μπορεί να περάσει. Σηκώθηκα κατευθείαν να το πάρω για να δω ότι η γιαγιά είχε φτάσει με το πι ακριβώς μπροστά στο σκαμπό. 
-"Βρε γιαγιά γιατί δε μου λες να πάρω το σκαμπό;" της είπα.
-"Δεν ήξερα ότι είσαι στο δωμάτιο."
-"Καλά, είναι δυνατόν να φύγω και να αφήσω το σκαμπό μες στη μέση. Πως θα περνούσες;"
-"Ε θα περνούσα εγώ. Θα έβαζα το πι από πάνω", είπε η γιαγιά λες και ήταν η Κομανέτσι, ενώ με το ζόρι περπατούσε.
-"Βρε πουλάκι μου, σου έχω πει ότι χρειαστείς να μου το ζητάς. Εγώ γι' αυτό είμαι εδώ."
Αλλά τι να καταλάβει η γιαγιά. Αυτή είχε στο μυαλό της να μην ενοχλήσω το παιδί. Οι δικές της ανάγκες περιττεύουν. Θα τα φέρει βόλτα αυτή.

Κάποιες φορές η γιαγιά μας έλεγε τα όνειρα που είδε. Δύο πράγματα κυριαρχούσαν στα όνειρά της, δύο καημοί. Πρώτον, ότι έκανε δουλειές. Μαγείρευε και έλεγε μετά στη μάνα μου αναλυτικά τη συνταγή που είχε φτιάξει στον ύπνο της, έπλενε και διάφορα συναφή. Δεύτερον, ο μακαρίτης ο παππούς μου. Συχνά την επισκεπτόταν στα όνειρά της. Της έλειπε όσο κι αν την είχε ταλαιπωρήσει.

Τέτοια όνειρα έβλεπε η γιαγιά κοντά μας. Αν είναι κοντά στην οικογένειά της μπορεί να ονειρεύεται. Στο νοσοκομείο τι όνειρα να δει; Ακούς συνέχεια να λένε ότι η υγεία είναι ότι σημαντικότερο. "Υγεία πάνω απ' όλα! Υγεία να έχεις και όλα τα άλλα τα βρίσκεις."

Εγώ πάλι, παρότι είχα και έχω κάποια προβλήματα υγείας, πιστεύω πως η υγεία είναι στα όνειρα. Ίσως να το πίστευε και η γιαγιά.
Όνειρα πάνω απ' όλα!

To be continued!

5 Ιουν 2011

Η κρυμμένη αλήθεια

Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Ξύπνησα με δυσκολία και κακόκεφος για τη δουλειά. Πλύθηκα, ήπια το γάλα με κακάο που μου ετοιμάζει η μαμά (ναι ρε μου φτιάχνει γάλα η μάνα μου υπάρχει πρόβλημα;), ντύθηκα, πήρα το κολατσιό (ναι κι αυτό η μάνα μου το ετοιμάζει λογαριασμό θα σας δώσω;), φίλησα τη μάνα μου (μαμόθρεφτο είσαι και φαίνεσαι!) και έφυγα με κατεβασμένα τα μούτρα.

Όταν είσαι αναγκασμένος να κάνεις κάτι, φαντάζει σαν όλο σου το είναι να συνομωτεί εναντίον σου. Αυτό που είσαι αναγκασμένος να κάνεις δεν υπάρχει περίπτωση να έχεις διάθεση να το κάνεις αλλά αντιθέτως με ένα μαγικά καταραμένο τρόπο τότε σου έρχεται διάθεση να κάνεις χίλια δυο άλλα πράγματα που θα σε ευχαριστούσαν και όταν τελικά έχεις ελεύθερο χρόνο σε πιάνει σπαρίλα και απλά κάθεσαι και μουχλιάζεις χωρίς να κάνεις τίποτα.

Πέραν αυτού η δουλειά μου δε μου αρέσει ούτως ή άλλως. Δεν είναι και η πιο δύσκολη δουλειά του κόσμου και μου αποφέρει ένα εισόδημα με το οποίο τα φέρνω βόλτα, με το ζόρι βέβαια. Αλλά αν δεν το είχα κι αυτό, οι τράπεζες θα μας είχαν πάρει και τα σώβρακα.
Αυτό όμως που δεν μπορώ να αντέξω στη δουλειά είναι η υποκρισία που επικρατεί. Ψεύτικα χαμόγελα και θάψιμο ο ένας πίσω από την πλάτη του άλλου, τρικλοποδιές, κουτοπονηριές και εκμετάλλευση σε όλους και σε όλα.

Εκείνη τη μέρα είχα αρκετή δουλειά. Όταν σχόλασα είχε ήδη νυχτώσει και ήμουν αρκετά κουρασμένος για οτιδήποτε εκτός από μαμ, κακά και νάνι. Μάζεψα το κουφάρι μου και πήρα το δρόμο για το σπίτι. Στη διαδρομή σκεφτόμουν πως έχω κουραστεί από αυτή την κατάσταση και φοβάμαι πως αν συνεχιστεί και δε βρω κάποιο τρόπο να αλλάξω τη ζωή μου θα ρθει μια στιγμή που και να μου δοθεί η ευκαιρία δε θα 'χω το κουράγιο να το κάνω. Καθώς περπατούσα και λίγο πριν φτάσω στο σπίτι, μια φωνή από αδιευκρίνιστη κατεύθυνση διέκοψε τις σκέψεις μου.

-"Ε εσύ!"
Κοντοστάθηκα κοίταξα τριγύρω, αλλά δεν είδα κανέναν και δεν έδωσα σημασία.
-"Σε σένα μιλάω!"
Κοίταξα πάλι τριγύρω, τίποτα. Ποιος πούστης μου κάνει πλάκα, σκέφθηκα και δεν έχω και όρεξη και θα χεστούμε βραδιάτικα.
-"Που είσαι ρε;" είπα για να μη συνεχιστεί το ενοχλητικό παιχνίδι.
-"Το που δεν είναι η σωστή ερώτηση. Θα ήταν πιο σωστό να ρωτούσες τι θέλεις, αλλά για να μη σε μπερδεύω ας πούμε πως είμαι μια φωνή από το υπερπέραν".

H φωνή ακουγόταν σε κοντινή απόσταση και ενώ κοιτούσα τριγύρω προς όλες τις κατευθύνσεις δεν υπήρχε κανείς, ούτε και κάποιο σημείο που θα μπορούσε να έχει κρυφτεί. Για μια στιγμή πάγωσα...
Έτρεξα και μπήκα στο σπίτι για να μη με βλέπουν οι γείτονες να μιλάω στο πουθενά σαν τον τρελό. Μόλις έκλεισα την πόρτα, άκουσα και πάλι τη φωνή σε κοντινή απόσταση.
-"Δεν είναι ανάγκη να τρομάζεις, μια κουβέντα θα κάνουμε."
-"Θεέ μου εσύ είσαι;", είπα δειλά δειλά.
-"Δεν είμαι θεός, είμαι απλά μια φωνή από το υπερπέραν."
-"Τι... τι εννοείς;"
-"Τι να εννοώ; Είμαι απλά μια φωνή, σκέτο. Χωρίς θεό και το υπόλοιπο πακέτο."
-"Ναι αλλά η φωνή τίνος;"
-"Κανενός ρε παιδί μου. Κοίτα... πως βλέπεις στις ταινίες να βγαίνει ένα εκτυφλωτικό φως και ο θεός να ακούγεται με επιβλητική φωνή από τους ουρανούς..."
-"Ναι;"
-"Ε αυτό χωρίς το θεό και τα ειδικά εφέ."
-"Μήπως είσαι ο Εωσφόρος; Ύπαγε οπίσω μου σατανά!"
-"Ρε τι μπελά έχω βρει με εσάς τους ανθρώπους! Το καταλαβαίνεις ότι είναι ενοχλητικό αυτό που κάνεις; Όλοι σώνει και καλά θέλετε να με βγάλετε θεό, διάβολο κλπ. Δηλαδή σας φαίνεται φυσιολογικό να υπάρχει κάποιος αόρατος θεός που έπλασε τα πάντα και μπορεί να κάνει κουμάντο στον κόσμο αλλά τον αφήνει στα μαύρα του τα χάλια και μια σκέτη φωνή από το υπερπέραν είναι παράλογο να υπάρχει. Ε λοιπόν έχω κι εγώ δικαίωμα ύπαρξης κύριε!"
Αντιλαμβανόμενος πόσο παράλογο είναι αυτό που μου συνέβαινε βρισκόμουν σε πλήρη σύγχυση.
-"Και τι κάνεις δηλαδή σαν σκέτη φωνή;"
-"Κι άλλη χαζή ερώτηση. Τι κάνω, μιλάω, κάνω συζητήσεις, μεταδίδω ιδέες, άμα θες παραγγέλνω και σουβλάκια."
-"Ωραία, ας κάνω λοιπόν τη σωστή ερώτηση", είπα προσπαθώντας να ηρεμήσω. "Τι θέλεις από μένα;"
-"Καιρός ήταν. Γιατί μου το κάνεις αυτό, μου λες;"
-"Τι σου κάνω;"
-"Με αγνοείς παντελώς! Ποιος είναι εμένα ο ρόλος μου σαν φωνή αν με αγνοείς, ε; Όποτε σου απευθύνομαι μες στο μυαλό σου για να σε συμβουλέψω με γράφεις κανονικά και κάνεις συνεχώς τις ίδιες μαλακίες. Ε πόσο να ανεχθώ να συμβαίνει αυτό! Αποφάσισα να σου μιλήσω κανονικά μπας και καταλάβεις ότι υπάρχω κι εγώ!"
-"Μα δε σ'έχω ακούσει ποτέ στο μυαλό μου."
-"Σοβαρά; Και ποιος νομίζεις σε παρότρυνε να πεις τη χαριτωμενιά χθες σ' εκείνο το γκομενάκι. Αν περίμενα από σένα τον μουρόχαβλο..."
-"Μα αυτό εγώ το σκέφτηκα."
-" Το σκέφτηκες και καθόσουν σαν το χάνο. Εγώ σε παρότρυνα. Η ζωή δεν περιμένει, θυμάσαι;"
-"Δηλαδή αυτή μου η σκέψη ήσουν εσύ;"
-"Όχι η σκέψη, η παρότρυνση. Εγώ απλά βγάζω στην επιφάνεια τις καλές σου ιδέες. Σου είναι δύσκολο ακόμη να καταλάβεις πότε συμβαίνει αλλά με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρεις."
-"Δε μου λες όμως, τι θέλεις;"
-"Θέλω να καταλάβεις τι έχει πραγματικά αξία στη ζωή σου και να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Μόνο όταν ονειρεύεσαι περνάω καλά. Και πάνω που αρχίζω να γουστάρω και κάνω κατάσταση με κάνα όνειρο, ξαφνικά όλα χάνονται σα να μην υπήρξαν ποτέ. Ε λοιπόν δε θα σε περιμένω για πάντα! Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα την κάνω λίαν συντόμως. Έχω ήδη κάνει κράτηση για τον επόμενο."
-"Δηλαδή δεν είσαι απλά στο μυαλό μου; Μπορείς να πας σε άλλον;"
-"Θα στο εξηγήσω απλά. Προσπάθησε να δείχνεις ότι καταλαβαίνεις γιατί δε μ'αρέσει να επαναλαμβάνομαι. Κατ' αρχήν υπάρχουν πολλές φωνές. Εμείς οι φωνές έχουμε ένα σκοπό. Να δώσουμε σκοπό στην ύπαρξή σας μπας και γίνει λίγο καλύτερος αυτός ο κόσμος απ' ότι τον καταντήσατε. Αλλά είμαστε ελεύθερες και αν μας τη βαρέσει την κάνουμε, το οποίο μας φέρνει στο θέμα μας.
Όλες οι φωνές έχουν το ίδιο πρόβλημα. Μπαίνουμε στα κεφάλια σας, αναζητούμε τα πιο αξιόλογα όνειρά σας και σας παροτρύνουμε να τα κάνετε πραγματικότητα. Αλλά εσείς οι άνθρωποι είστε τόσο ξεροκέφαλοι και δε μας ακούτε με τίποτα. Έτσι οι φωνές συνήθως κουραζόμαστε μετά από κάποιο διάστημα και την κάνουμε για άλλα κεφάλια, αλλά απογοήτευση παντού. Λίγα είναι τα καλά κεφάλια και είναι όλα πιασμένα. Λένε πως αν κάποιος δεν αρχίσει να σ'ακούει μέχρι να μπει στην αγορά εργασίας το παιχνίδι είναι χαμένο, αλλά δε χάνουμε εύκολα την ελπίδα όπως εσείς οι άνθρωποι.
Τώρα όσον αφορά την περίπτωσή μας... Σκέψου πως χωρίς εμένα θα ήσουν μια μαριονέτα, ένα γρανάζι του συστήματος, χωρίς προσδοκίες και σθένος να διεκδικήσεις όσα θέλεις και σου ανήκουν και η ζωή σου θα γινόταν μια αδιάφορη ρουτίνα. Δηλαδή όχι και τόσο διαφορετικά απ' ότι τώρα αλλά περίμενε, γίνεται και χειρότερο.
Η καθημερινή ρουτίνα έχοντας καταλύσει όλες σου τις αντιστάσεις θα σε επηρέαζε τόσο ώστε να μεταδίδεις αυτή την κακομοιριά και ηττοπάθεια και στους γύρω σου. Κάθε τι αξιόλογο θα σου φαινόταν μάταιο και θα το απαξίωνες και όλα όσα ονειρεύτηκες θα φάνταζαν ουτοπικά και ανούσια. Και το χειρότερο, θα νόμιζες πως αυτά είναι όλα όσα μπορείς να περιμένεις από τη ζωή σου και ότι έχεις ωριμάσει. Λες και είναι ωριμότητα να δέχεσαι παθητικά ότι συμβαίνει γύρω σου. Και όταν θα έρθει η στιγμή που θα αρχίσουμε να επιτυγχάνουμε το σκοπό μας και οι άνθρωποι αρχίσουν να μας ακούν - γιατί εμείς οι φωνές έχουμε πίστη σ' αυτό που κάνουμε και κάποια στιγμή θα τα καταφέρουμε - κάτι τύποι σαν και σένα θα είναι η ντροπή της κοινωνίας σας και θα σας φτύνουν τα ίδια τα παιδιά σας.
Αυτά είχα να σου πω και μεγάλη χάρη σου έκανα. Αν συνεχίσεις τα ίδια είσαι άξιος της μοίρας σου. Φεύγω..."
-"Περίμενε, μη φύγεις!"
-"Αρκετά σου είπα."
-"Σε παρακαλώ πες μου κάτι τελευταίο πριν φύγεις. Τι νόημα έχουν όλα αυτά;"
-"Δεν έχω απαντήσεις. Έχω συμβουλές. Και οι συμβουλές μου είναι ότι καλύτερο μπορείς να περιμένεις, γιατί είναι το σωστό που προσπαθείς να κρύψεις μέσα σου.
Μη φοβάσαι, όμως, θα τα ξαναπούμε σύντομα."
Η φωνή σώπασε...
"Καιρός να αλλάξω, αρκετά ανέχθηκα και συμβιβάστηκα", σκέφτηκα.
Ή μήπως δεν το σκέφτηκα εγώ;
Σα να μου έκλεισε το μάτι η φωνή.

26 Αυγ 2009

Γιαγιά Παρτ Ι: Η γιαγιά μου είναι πιο δυνατή από τη δικιά σου!

Μετά από περίπου 12 μέρες, 18 ώρες, 20 λεπτά και κάτι δευτερόλεπτα ζωής του blog το γεγονός ότι δεν έλαβα κανένα αρνητικό σχόλιο μου δίνει δύναμη να συνεχίσω τις αναρτήσεις.
Και όσοι διαδίδουν ότι δεν έλαβα κανένα σχόλιο γενικώς σε αυτό το διάστημα είναι κακεντρεχείς και θέλουν να χτυπήσουν την ενότητα του κόμματος. Γι' αυτό ξεκινώ να γράφω. Το πότε θα τελειώσω είναι άλλο θέμα.
Για να έρθω στο θέμα, εδώ και αρκετούς μήνες έχουμε στο σπίτι την τελευταία εν ζωή γιαγιά μου (συμπεριλαμβάνονται και οι παππούδες στους αποθανόντες) και μάνα της μάνας μου. Τώρα μπορεί να πείτε, "καλά ρε κοτζάμ μαντράχαλος και ακόμη μένεις με τη μάνα σου", αλλά μάλλον δε θα το πείτε γιατί οι περισσότεροι με τη μάνα σας θα μένετε. Αλλιώς σιγά μην είχατε χρόνο να διαβάζετε τα blog κάθε πικραμένου. Ακόμη όμως κι αν έχετε το θράσος να το πείτε, τι να κάνω; Ας όψεται η κρίση και ο μουσακάς της μάνας μου. Βέβαια να τρως μουσακά καθώς και ψητό, κανελόνια, σπιτική τούρτα παγωτό κ.ά. εν μέσω κρίσης είναι λίγο αντιφατικό. Ως προς αυτό παραθέτω συζητήσεις της μάνας μου με τη γιαγιά μου στις οποίες φαίνονται τα σημάδια της κρίσης...
"Την ώρα του φαγητού...
Γιαγιά: Αν είχαμε ένα γουρουνάκι τι καλά που θα έτρωγε με αυτά που πετάμε.
Μάνα: (Γέλιο) Που να το βάλω το γουρουνάκι ρε μάνα, στο κεφάλι μου;
Γιαγιά: Ούτε κότες έχεις!"
Υποσημείωση: Μένουμε σε διαμέρισμα και δεν έχουμε αυλή.
"Γιαγιά: Εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα. Είχαμε πείνα.
Μάνα: Και τώρα είναι δύσκολα τα χρόνια ρε μαμά.
Γιαγιά: Τώρα δεν είναι δύσκολα. Πετάμε ψωμιά, φαγητά... τότε ούτε ψίχουλο δεν άφηνες να πέσει κάτω."
Συμπέρασμα: Όταν σου ανοίγει η όρεξη έρχονται δύσκολα χρόνια κι εγώ τελευταία που άρχισα γυμναστήριο έχω συνέχεια λιγούρα. Σκούρα τα πράματα!
Για να ξανάρθω λοιπόν στο θέμα, κάποια βασικά χαρακτηριστικά της γιαγιάς είναι η ασθενής μνήμη, περιορισμένη ακοή και όραση, μια σχετική δυσκολία στην κίνηση σε σημείο που προκαλείται συχνά μποτιλιάρισμα στο σπίτι, αλλά κατά τ' άλλα είναι μια χαρά εφόσον παίρνει διάφορα χρωματιστά χάπια κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επίσης, ανέκαθεν ήταν υπερευαίσθητη και όταν θυμάται άσχημα περιστατικά με τη συμπεθέρα ή βλέπει Ξανθόπουλο βάζει τα κλάματα οπότε κοιτάμε να την προλάβουμε αλλάζοντας κουβέντα ή κανάλι, αλλιώς το ελαφρύ εγκεφαλικό το έχει στο τσεπάκι της. Εκτός απ' το να μοιρολογεί την κακή τύχη της μάνας μου και του γιου της που χώρισαν, συνηθίζει να λέει μερικές ιστορίες από το παρελθόν που πριν την 128η φορά που τις άκουσα μου φαίνονταν αστείες ή ευχάριστες αλλά τελευταία έχω αρχίσει να τις βαριέμαι. Παρόλ' αυτά έχει πολλές ακόμη ιστορίες που δεν τις έχω υπόψη μου αλλά σπανίως θυμάται να πει. Τελευταία έμαθα ότι είχε μια φίλη που ζει στην Αμερική και η οποία πρόσφατα ήρθε ταξίδι στην Ελλάδα και της έστειλε χαιρετίσματα. Παραθέτω σχετικές συζητήσεις...
"Γιαγιά: Πόσο χρονών να είναι αυτή τώρα;
Μάνα: Ήταν μικρότερη από σένα;
Γιαγιά: Ε ναι! Αυτή ήταν πιο νέα... κανά δυο χρόνια τουλάχιστον."
Υποσημείωση: Η γιαγιά μου είναι 78.
"Μάνα: Η φιλενάδα σου κάνει υπερατλαντικά ταξίδια κι εσύ για να πας στην τουαλέτα 10 φορές θα βογκήξεις.
Γιαγιά: Τι είπες καλέ, δεν άκουσα;"
Τώρα το καλοκαίρι που έβγαινε στο μπαλκόνι να πάρει τον αέρα της καμιά φορά μεράκλωνε και έπιανε κανένα τραγουδάκι νομίζοντας ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Οπότε όταν πλησίαζα την άκουγα να τραγουδάει κάτι σε ρυθμό ψαλμωδίας μέχρι που μια μέρα διέκρινα ότι έλεγε "το τελευταίο βράδυ μου". Καλά το πήγαινε πάντως.
Παρότι συχνά πετάει τις καθιερωμένες ατάκες τις τρίτης ηλικίας του στυλ "εγώ τώρα τα έφαγα τα ψωμιά μου", "το έκαψα το καντήλι μου", "πόσο θα ζήσω ακόμη" κτλ. διακρίνω στην προσπάθειά της να μοιραστεί τις ίδιες ιστορίες ξανά και ξανά την επιθυμία να ζήσει, να κρατήσει το μυαλό της ζωντανό, να νιώσει χαρά και λύπη και σκέφτομαι ότι η ζωή δεν μπορεί να είναι και τόσο άσχημη. Αν σκεφτείς τι μπορεί να έχει περάσει αυτός ο άνθρωπος... κατοχή, πείνα, ορφανιά, φτώχια, καταπίεση, αρρώστιες κι ακόμη όχι απλά αντέχει αλλά θέλει κι άλλο. Αλλά κι αν της χαλάσει το χατήρι η ζωή και την εγκαταλείψει πιο νωρίς απ' όταν θα θέλει πραγματικά να φύγει, δεν πειράζει, γιατί η γιαγιά μου είναι πιο δυνατή από τη δικιά σου!